| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Advent n | (religion: coming of Christ) (του Χριστού) | Δευτέρα Παρουσία ουσ θηλ |
| | (λόγιος) | Έλευση, Έλευσις ουσ θηλ |
| | The idea of Advent was developed long after Jesus lived. |
| | Η ιδέα της Δευτέρας Παρουσίας αναπτύχθηκε αρκετό καιρό μετά από την εποχή που έζησε ο Ιησούς. |
| Advent n | (pre-Christmas period) | νηστεία των Χριστουγέννων για τις μη-Ορθόδοξες εκκλησίες |
| Σχόλιο: Πρόκειται για την περίοδο που ξεκινά 4 Κυριακές πριν τα Χριστούγεννα |
| | December 1 is the first day of Advent. |
| | Η πρώτη Δεκεμβρίου είναι η πρώτη μέρα της νηστείας των Χριστουγέννων. |
| the advent of [sth] n | (arrival) | ερχομός ουσ αρσ |
| | (λόγιος) | έλευση ουσ θηλ |
| | The advent of spring always gets me excited about gardening. |
| | Ο ερχομός της άνοιξης πάντα με γεμίζει με ενθουσιασμό για την κηπουρική. |
| | Η έλευση της άνοιξης πάντα με γεμίζει με ενθουσιασμό για την κηπουρική. |