agricultural

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌægrɪˈkʌltʃərəl/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
agricultural adj(relating to agriculture)αγροτικός, γεωργικός επίθ
 Much of the county's land is set aside for agricultural use.
 Μεγάλο τμήμα της γης της κομητείας διατίθεται για αγροτική (or: γεωργική) χρήση.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
agricultural engineer n(deals with agriculture)μηχανικός αγροτικού περιβάλλοντος ουσ αρσ
 The agricultural engineer went to Cuba to demonstrate the latest improvements in crop irrigation.
IFAD ninitialism (agricultural organization)Διεθνές Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης φρ ως ουσ ουδ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'agricultural' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση agricultural στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «agricultural».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!