• WordReference
  • Definition
Σε αυτή τη σελίδα: anesthetizing, anesthetize

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
anesthetizing (US),
anaesthetizing,
anaesthetising (UK)
adj
(injection, effect: numbing)αναισθησιογόνος επίθ
  αναισθητικός επίθ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
anesthetize [sb] (US),
anaesthetize [sb],
anaesthetise [sb] (UK)
vtr
(patient: put to sleep) (κυριολεκτικά)ναρκώνω ρ μ
  αναισθητοποιώ ρ μ
  κάνω νάρκωση, δίνω αναισθησία έκφρ
 (καθομιλουμένη, μτφ)κοιμίζω ρ μ
 The operation required that she be anaesthetized.
 Η εγχείριση απαιτούσε να τη ναρκώσουν.
 Η εγχείριση απαιτούσε να την αναισθητοποιήσουν.
 Η εγχείριση απαιτούσε να της κάνουν νάρκωση (or: δώσουν αναισθησία).
anesthetize [sth] (US),
anaesthetize [sth],
anaesthetise [sth] (UK)
vtr
(body part: make numb)κάνω τοπική αναισθησία σε κτ περίφρ
 This injection will anaesthetize the area around the tooth.
anesthetize [sb] (US),
anaesthetize [sb],
anaesthetise [sb] (UK)
vtr
figurative (desensitize to emotion) (μεταφορικά: συναισθηματικά)αναισθητοποιώ ρ μ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση anesthetizing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «anesthetizing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!