antique

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ænˈtiːk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ænˈtik/ ,USA pronunciation: respelling(an tēk)

Inflections of 'antique' (v): (⇒ conjugate)
antiques
v 3rd person singular
antiquing
v pres p
antiqued
v past
antiqued
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
antique noften plural (old, valuable object) (πολύτιμο αντικείμενο)αντίκα ουσ θηλ
 The children quarrelled over who would get their grandma's antiques.
 Τα παιδιά μάλωσαν για το ποιος θα έπαιρνε τις αντίκες της γιαγιάς.
antique adj(relating to antiques)της αντίκας περίφρ
 (κατάστημα)με αντίκες επίθ
 I've sold some of those old lamps of my grandpa's to an antique store.
 Πούλησα κάποιες από τις λάμπες πετρελαίου της γιαγιάς μου σε ένα κατάστημα με αντίκες.
antique adj(ancient, old) (της αρχαιότητας)αρχαίος επίθ
 Antique cooking implements were found on the site.
 Αρχαία σκεύη μαγειρικής βρέθηκαν στο σημείο.
antique adj(of ancient Greece or Rome) (αρχαία Ελλάδα, Ρώμη)αρχαίος επίθ
 These matters were not treated in antique philosophy.
 Τα θέματα αυτά δεν απασχόλησαν την αρχαία φιλοσοφία.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
antique vi(shop for old, valuable objects)αγοράζω αντίκες ρ μ + ουσ θηλ πλ
  ψωνίζω αντίκες ρ μ + ουσ θηλ πλ
 (αναζήτηση ως βόλτα)ψάχνω αντίκες ρ μ + ουσ θηλ πλ
 My parents enjoy antiquing in the local market on a Saturday morning.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
antique collector n([sb] who buys old, valuable objects)συλλέκτης παλαιών αντικειμένων ουσ αρσ
 He calls himself an antique collector but all he has is a house full of old junk.
antique dealer n(sells old valuable objects)έμπορος σπανίων αντικειμένων ουσ αρσ
 An antique dealer can estimate the value of this old painting.
antique furniture n(old, valuable articles)έπιπλο - αντίκα φρ ως ουσ ουδ
 Antique furniture is only valuable if it is in very good condition.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'antique' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση antique στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «antique».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!