|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | apart from conj | (except) | εκτός, με εξαίρεση, εξαιρουμένου επίρ | | | Apart from me, none of my classmates delivered the composition on time. | | | Κανείς από τους συμμαθητές μου εκτός από μένα δεν παρέδωσε την έκθεση εγκαίρως. | | apart from adj | (separate from, away from) | μακριά από, χωριστά, χώρια επίρ | | | He built his house apart from the rest of the village. | | | Έχτισε το σπίτι του μακριά από το υπόλοιπο χωριό. |
Ο όρος 'apart from' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|