| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| argumentative adj | (person: tends to argue) | εριστικός, αντιδραστικός επίθ |
| | My brother is so argumentative; every time I say something, he has to disagree. |
| argumentative adj | (involving logical arguments) | επιχειρηματολογικός επίθ |
| | | με επιχειρήματα περίφρ |
| | | που επιχειρηματολογεί περίφρ |
| | My essays tend to be argumentative, while Tom's tend to appeal to the emotions. |
| | Οι εκθέσεις μου είναι κατά βάση επιχειρηματολογικές, ενώ ο Τομ στις δικές του έχει την τάση να κάνει επίκληση στο συναίσθημα. |
Ο όρος 'argumentative' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: