assent

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈsɛnt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/əˈsɛnt/ ,USA pronunciation: respelling(ə sent)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
assent n(agreement) (συμφωνία)συγκατάθεση, συναίνεση ουσ θηλ
 We will assume that your silence signifies assent.
 Θα υποθέσουμε πως η σιωπή σου δηλώνει τη συγκατάθεσή σου.
assent vi(consent, agree)συμφωνώ ρ αμ
  δίνω τη συγκατάθεσή μου έκφρ
  συναινώ ρ αμ
 Let's wait for Peter to assent before we activate the plan.
assent to [sth] vi + prep(consent, agree to [sth](επίσημο)συναινώ σε κτ ρ αμ + πρόθ
  συμφωνώ με κτ ρ αμ + πρόθ
  δίνω τη συγκατάθεσή μου για κτ περίφρ
 Lucy assented to the plan but later changed her mind.
assent to do [sth] v expr(consent, agree to do [sth])συμφωνώ να κάνω κτ, συγκατατίθεμαι να κάνω κτ ρ αμ
 She said that she had never assented to marry the man.
 Είπε πως δε συμφώνησε (or: συγκατέθεσε) ποτέ να παντρευτεί τον άντρα αυτόν.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'assent' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση assent στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «assent».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!