| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| assignment n | (short task) | εργασία ουσ θηλ |
| | | δουλειά ουσ θηλ |
| | (για ορισμένα επαγγέλματα) | αποστολή ουσ θηλ |
| | (σχολείο) | εργασία για το σπίτι φρ ως ουσ θηλ |
| | His boss gave him three assignments to be completed by the end of the week. |
| | Το αφεντικό του τού ανέθεσε τρεις εργασίες με προθεσμία παράδοσης το τέλος της εβδομάδας. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η αποστολή του Κώστα ως μυστικός αστυνομικός ήταν να ανακαλύψει που κρυβόταν ο αρχηγός της σπείρας. |
| assignment n | (work given to students) | εργασία ουσ θηλ |
| | The teacher told his students to hand in their assignments by Friday. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| assignment n | (position, longer term) | τοποθέτηση ουσ θηλ |
| | The sales manager moved to Chicago after his assignment there by the company. |
| assignment n | uncountable (act of assigning) (του ατόμου σε θέση) | τοποθέτηση ουσ θηλ |
| | (της εργασίας σε άτομο) | ανάθεση ουσ θηλ |
| | The assignment of the diplomat to the Embassy in Paris was approved by senior ministers. |
| assignment n | (law: transference) | εκχώρηση ουσ θηλ |
| | The assignment of the property was specified in the contract. |
| assignment n | (continuing obligation) | καθήκον ουσ ουδ |
| | His principal assignment is general maintenance. |
Ο όρος 'assignment' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: