|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | attendant n | (personal servant) | υπηρέτης, υπηρέτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ | | | (διαφορετικός ρόλος) | ακόλουθος ουσ αρσ | | | The queen's attendants helped her get dressed. | | | Οι ακόλουθοι της βασίλισσας τη βοήθησαν να ντυθεί. | | attendant n | (worker) | υπάλληλος ουσ αρσ/θηλ | | | The attendant at the gas station cleaned the windshield for us. | | | Ο υπάλληλος στο βενζινάδικο μας καθάρισε το παρμπρίζ. | | attendant adj | (related) | σχετικός, συναφής επίθ | | | | επακόλουθος επίθ | | | | συνεπαγόμενος μτχ ενεστ | | | Expansion of the company would result in attendant expenses and potential complications. | | | Η επέκταση της εταιρείας θα έχει ως αποτέλεσμα σχετικά έξοδα και εν δυνάμει περιπλοκές. | | attendant adj | (person: in attendance) | παρευρισκόμενος μτχ ενεστ | | | | παρών μτχ ενεστ | | | | συμμετέχων μτχ ενεστ | | | The attendant crowd waited anxiously for the rock band to appear on stage. | | | Οι παρευρισκόμενοι περίμεναν με ανυπομονησία να εμφανιστεί στη σκηνή το ροκ συγκρότημα. | attendant, attendee n | (person who attends) | παρευρισκόμενος μτχ ενεστ | | | | παρών μτχ ενεστ | | | | συμμετέχων μτχ ενεστ | | | Robert is a regular attendant at the weekly meetings. | | | Ο Ρόμπερτ είναι συχνός συμμετέχων
στα εβδομαδιαία μίτινγκ. |
Ο όρος 'attendants' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|