avid

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈævɪd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈævɪd/ ,USA pronunciation: respelling(avid)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
avid adj(keen, enthusiastic)φανατικός, ένθερμος, ενθουσιώδης επίθ
 He's been an avid stamp collector ever since childhood.
avid adj(eager, greedy for sthg) (μεταφορικά)διψασμένος μτχ πρκ
 (μεταφορικά)που διψάει για κτ περίφρ
  που επιθυμεί κτ, που λαχταρά κτ περίφρ
 (μτφ: που θέλει κι άλλο)αχόρταγος επίθ
 The airline spokesman was mobbed by relatives avid for news.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'avid' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση avid στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «avid».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!