• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
back over [sth/sb] vtr phrasal insep(vehicle: run over in reverse)πατάω κάνοντας όπισθεν
Σχόλιο: Συνήθως αποδίδεται περιφραστικά ή αγνοείται η φορά της κίνησης (πχ «Ωχ, όχι! Νομίζω ότι μόλις πάτησα το ποδήλατο του γιου μου.»)
 Oh no! I think I just backed over my son's bike.
 Ωχ, όχι! Νομίζω ότι τώρα που έκανα όπισθεν πάτησα το ποδήλατο του γιου μου.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
go back over [sth] vtr phrasal insep(review, revise) (μεταφορικά)ξαναβλέπω ρ μ
  ξαναελέγχω ρ μ
 (κάνω αλλαγές)αναθεωρώ ρ μ
 Mick is going over his notes to prepare for the exam.
go back over [sth] vtr phrasal insep(events: recall)θυμάμαι ρ μ
  ανατρέχω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 The police officer asked the witness to go back over what he had seen.
go back over [sth] vtr phrasal insep(work: redo)ξανακάνω ρ μ
 The teacher asked Rosa to go back over her essay and correct the spelling mistakes.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'back over' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση back over στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «back over».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!