backwoodsman

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbækwʊdzmən/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(bakwŏŏdzmən)

Inflections of 'backwoodsman' (n): npl: backwoodsmen
  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
backwoodsman n([sb] who lives in woods) (κοντά στα σύνορα)ακρίτας, ακρίτισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοχος όρος που να αναφέρεται σε κάτοικο δάσους.
backwoodsman nUS, figurative, informal (uneducated male) (μειωτικό)αγροίκος ουσ αρσ
backwoodsman nUS, figurative, informal (House of Lords: often absent) (Μεγάλη Βρετανία)βουλευτής που είναι συχνά απών
 (μεταφορικά, μειωτικό)τουρίστας ουσ ως επίθ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση backwoodsman στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «backwoodsman».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!