basil

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbæzəl/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈbæzəl, ˈbeɪzəl/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(bazəl, bas-, bāzəl, -səl)


  • WordReference
  • Definition
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
basil n(aromatic herb)βασιλικός ουσ αρσ
 The tomato sauce was seasoned with garlic, basil, and oregano.
 Η σάλτσα ντομάτας είχε καρυκευτεί με σκόρδο, βασιλικό και ρίγανη.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
basil tree n(herb plant)βασιλικός ουσ αρσ
Σχόλιο: Συγκεκριμένα ο αγγλικός όρος αναφέρεται σε βασιλικό που έχει μορφή μικρού δέντρου.
 The basil tree makes a good ornamental plant, although it can be used for cooking as well.
sweet basil n(herb)γλυκός βασιλικός επίθ + ουσ αρσ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'basil' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [pinch, sprig, bunch] of basil, the [smell, taste] of basil, I [smell] basil in this., περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση basil στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «basil».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!