bastard

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbɑːstərd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈbæstɚd/ ,USA pronunciation: respelling(bastərd)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bastard npejorative, offensive!, informal (cruel or contemptible person) (μεταφορικά: προσβλητικό)μπάσταρδος ουσ αρσ
 (προσβλητικό)καθίκι, καθοίκι, τσογλάνι, μούτρο, τομάρι, ρεμάλι ουσ ουδ
 (προσβλητικό)παλιάνθρωπος, λεχρίτης ουσ αρσ
 (μεταφορικά: υβριστικό)λέρα ουσ θηλ
 Our boss is a real bastard.
 Το αφεντικό μας είναι και πολύ μπάσταρδος.
 Το αφεντικό μας είναι μεγάλο καθίκι.
 Το αφεντικό μας είναι μεγάλος παλιάνθρωπος.
 Το αφεντικό μας είναι μεγάλη λέρα.
bastard ndated, offensive! (illegitimate child) (προσβλ, μειωτ, χυδαίο)μπάσταρδο ουσ ουδ
 (προσβλητικό, μειωτικό)εξώγαμο επίθ ως ουσ
 The other children called him a bastard because his parents never married.
 Τα άλλα παιδιά τον φώναζαν μπάσταρδο γιατί οι γονείς του δεν παντρεύτηκαν ποτέ.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο Γιάννης είναι νόθο (or: εξώγαμο) παιδί, κάτι που τον βασάνιζε σε όλη την παιδική του ηλικία.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bastard adjdated, offensive! (born illegitimately) (καθομιλουμένη)μπάσταρδος επίθ
  νόθος επίθ
 The king had many bastard sons by his lovers.
bastard adj(spurious)πλαστός, νόθος, κίβδηλος επίθ
 Bastard feudalism is a system that appears to be feudal but in reality is not.
poor bastard nvulgar, offensive, informal (person suffering misfortune) (αργκό, προσβλητικό)μπάσταρδος επίθ
 I really feel sorry for that poor bastard.
bastard nvulgar, offensive, informal (something unpleasant or difficult) (μεταφορικά, αργκό)μανίκι ουσ ουδ
 His job is a real bastard - I don't envy him.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bastard child ndated, offensive! (person: unmarried parents) (μειωτικό)μπάσταρδος ουσ αρσ
 Although he was born a bastard child he was made legitimate when his parents married.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bastard' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: offensive: is a [lazy, arrogant, heartless, greedy, cynical, dirty, cheap, rat, lucky, sick] bastard, dated: the bastard [son, child] of, offensive: you [lazy, complete] bastard!, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bastard στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «bastard».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!