Listen:
From the verb begin : (⇒ conjugate ) beginning is: ⓘClick the infinitive to see all available inflections v pres p
Κύριες μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
beginning n (start) αρχή, εκκίνηση, έναρξη, αφετηρία ουσ θηλ ξεκίνημα ουσ ουδ (μεταφορικά ) σημείο εκκίνησης φρ ως ουσ ουδ That talent show was the beginning of my career. Εκείνο το talent show αποτέλεσε την αφετηρία της καριέρας μου. beginning n (point or time when [sth] starts) (σημείο εκκίνησης ) αρχή ουσ θηλ ξεκίνημα ουσ ουδ He was careful from the beginning. Ήταν προσεκτικός από την αρχή. beginning n (first stage of [sth] ) (πρώτη σε μια σειρά από ενέργειες ) ξεκίνημα ουσ ουδ αρχή ουσ θηλ Stripping the old wallpaper was just the beginning of the redecoration. Το να βγάλουμε την παλιά ταπετσαρία ήταν μόνο το ξεκίνημα της ανακαίνισης. beginning n (emergence) αρχή, εκκίνηση, έναρξη ουσ θηλ ξεκίνημα ουσ ουδ Florence in Italy saw the beginning of the Renaissance. Η Φλωρεντία της Ιταλίας είδε την αρχή της αναγέννησης. Η Φλωρεντία της Ιταλίας είδε το ξεκίνημα της αναγέννησης. beginning n (origin) αρχή ουσ θηλ ξεκίνημα ουσ ουδ (μεταφορικά ) ρίζες ουσ θηλ πλ Their rivalry has its beginning in their early schooldays. Η αντιπαλότητά τους έχει τις ρίζες της στα πρώτα σχολικά τους χρόνια. beginnings npl (early stages) αρχή ουσ θηλ ξεκίνημα ουσ ουδ Walmart had its beginnings as a small retail store in Arkansas. Το Γουόλμαρτ έκανε το ξεκίνημά του ως ένα μικρό μαγαζί στο Αρκάνσας. beginning adj (stages, phase: early) αρχικός, πρώτος, πρώιμος επίθ I am still only in the beginning stages of my recovery. Είμαι ακόμα στα πρώτα στάδια της ανάρρωσής μου. beginning adj (not yet experienced) αρχάριος επίθ νέος, καινούργιος επίθ This book contains tips and advice for the beginning runner. Αυτό το βιβλίο περιέχει συμβουλές για τους αρχάριους δρομείς.
Κύριες μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
begin [sth] ⇒ vtr (start: an activity) αρχίζω, ξεκινάω ρ μ Liz begins her homework as soon as she gets home. Η Λιζ αρχίζει (or: ξεκινάει) τις εργασίες της για το σχολείο αμέσως μόλις γυρίζει σπίτι. begin [sth] vtr (start off) αρχίζω, ξεκινάω ρ μ The priest begins the church service with a song. Ο ιερέας αρχίζει (or: ξεκινά) τη λειτουργία με έναν ψαλμό. begin doing [sth] vtr (start: doing) (να κάνω κάτι ) αρχίζω, ξεκινάω ρ μ In any discussion, Wendy is always first to begin disagreeing. Σε κάθε συζήτηση, η Γουέντι είναι η πρώτη που αρχίζει πάντα να διαφωνεί. begin to do [sth] vi + prep (start: to do) (να κάνω κάτι ) αρχίζω, ξεκινάω ρ μ The water began to boil in the pan. Το νερό άρχισε (or: ξεκίνησε) να βράζει στο κατσαρολάκι. begin ⇒ vi (start doing) ξεκινάω, ξεκινώ, αρχίζω ρ μ This project looks difficult, but the sooner we begin, the sooner we'll be finished. Αυτή η εργασία φαίνεται δύσκολη, αλλά όσο συντομότερα ξεκινήσουμε, τόσο συντομότερα θα τελειώσουμε. begin vi (event: start) αρχίζω, ξεκινάω ρ αμ The crowd was waiting for the concert to begin. Το πλήθος περίμενε να αρχίσει (or: ξεκινήσει) η συναυλία. begin vi (come into being) αρχίζω, ξεκινάω ρ αμ (ώρα της μέρας ) έρχομαι ρ αμ A rooster crows as the day begins. Οι κόκορες λαλούν όταν έρχεται η μέρα. begin vi (start speaking) αρχίζω, ξεκινάω ρ αμ "You must be wondering", the detective began, "why I've brought you all here." «Πρέπει να αναρωτιέστε», άρχισε (or: ξεκίνησε) ο ντετέκτιβ, «γιατί σας έχω φέρει όλους εδώ».
Ο όρος 'beginning ' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: