belonging

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/bɪˈlɒŋɪŋ/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/bɪˈlɔŋɪŋ, -ˈlɑŋ-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(bi lônging, -long-)


  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: belonging, belong

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
belongings npl(possessions)υπάρχοντα ουσ ουδ πλ
 (μόνο δικά μου)προσωπικά αντικείμενα επίθ + ουσ ουδ πλ
 She packed all her belongings in her car and drove away.
 Έβαλε τα υπάρχοντά της στο αμάξι και έφυγε.
belonging n(feeling of being accepted)το ότι ανήκω κάπου περίφρ
 A feeling of belonging is essential to a child's good mental health.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
belong to [sb] vi + prep(be owned: by [sb])ανήκω σε κπ ρ αμ + πρόθ
 This pen belongs to me.
belong to [sth] vi + prep(be a member: of [sth])ανήκω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 (με γενική)είμαι μέλος ρ έκφρ
 She belongs to the chess club
belong to [sth] vi + prep(to be part of [sth])ανήκω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  είμαι μέρος του... έκφρ
 That cup belongs to my mother's tea set.
belong vi(be properly placed)η θέση μου είναι περίφρ
 (ανεπίσημο)πηγαίνω, πάω ρ αμ
 The chair belongs by the table.
 Η θέση της καρέκλας είναι δίπλα στο τραπέζι.
 Η καρέκλα πάει δίπλα στο τραπέζι.
belong vifigurative (fit socially) (μεταφορικά)ανήκω ρ αμ
  ταιριάζω ρ αμ
  μου πάει, μου ταιριάζει περίφρ
 He finally found a group where he belonged - the Chess Club.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Από τότε που μετακόμισα στο εξωτερικό, νιώθω ότι δεν ανήκω εδώ.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Από τότε που μετακόμισα στο εξωτερικό, νιώθω ότι δεν ταιριάζω εδώ.
 Βρήκε επιτέλους μια ομάδα που του πάει (or: του ταιριάζει), τον Σύλλογο Σκακιστών.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
belonging | belong
ΑγγλικάΕλληνικά
personal belonging noften plural (possession)προσωπικά αντικείμενα επίθ + ουσ ουδ πλ
  υπάρχοντα ουσ ουδ πλ
sense of belonging n(feeling of being accepted or fitting in)αίσθηση ότι ανήκω κάπου, αίσθηση ότι μετέχω κάπου περίφρ
 (λόγιο)αίσθηση του ανήκειν έκφρ
 (σε ομάδα, κόμμα, οργάνωση κτλ)αίσθηση ένταξης του εαυτού περίφρ
 A sense of belonging is important to teenagers as they form their own identity.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'belonging' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση belonging στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «belonging».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!