• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bifocal adj(lens: with two focal lengths) (επίσημο)διπλοεστιακός επίθ
bifocals npl(spectacles with divided lenses)διπλοεστιακά γυαλιά φρ ως ουσ ουδ
 (καθομιλουμένη)διπλοεστιακά επίθ ως ουσ
Σχόλιο: Στην καθομιλουμένη ονομάζονται διπλοεστιακά, όταν σκοπός είναι να τονιστεί αυτό το χαρακτηριστικό τους, πχ θα βάλω διπλοεστιακά γιατί με διευκολύνουν. Σε αντίθετη περίπτωση αποκαλούνται απλά γυαλιά.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bifocals στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «bifocals».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!