• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: billowing, billow

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
billowing adj(fabric: undulating)κυματιστός επίθ
 On the washing line were several billowing white sheets.
billowing adj(cloud, smoke: flowing)που αναδύεται περίφρ
  που ανεβαίνει περίφρ
 Smoke rose from the chimneys of the factory in billowing gray clouds.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
billow vi(swell, puff up)φουσκώνω ρ αμ
 (από τον αέρα)σηκώνομαι ρ αμ
 I was kept awake by the sound of the tent as it billowed in the breeze.
billow n(cloudlike mass) (μεταφορικά)σύννεφο ουσ ουδ
  νέφος ουσ ουδ
 (επίσημο)τολύπη ουσ θηλ
 The power plant put out billows of smoke.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
billow nliterary (large wave)κύμα ουσ ουδ
 "I stood upon our western shore / And heard the ocean's billows roar." - William Wendell Riley
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
billow out vi phrasal(puff up from air movement)φουσκώνω ρ αμ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση billowing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «billowing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!