• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: blitzed, blitz

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blitzed adjUS, informal (extremely intoxicated) (καθομιλουμένη)τύφλα ουσ ως επίθ
  ντίρλα ουσ ως επίθ
  μεθυσμένος επίθ
 (αργκό)κόκκαλο ουσ ως επίθ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blitz n(military: aerial attack) (από τον αέρα)κεραυνοβόλα επίθεση ουσ θηλ
 Military leaders planned a blitz to recapture the town.
blitz nfigurative (intense campaign)δυναμική καμπάνια επίθ + ουσ θηλ
  μεγάλη καμπάνια επίθ + ουσ θηλ
 An advertising blitz for the new perfume began last week.
blitz [sth] vtr(bomb heavily)βομβαρδίζω κτ ανελέητα ρ μ + πρόθ
 The government blitzed rebel strongholds last night.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blitz adj(chess: time-limited)blitz επίθ άκλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση blitzed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «blitzed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!