bouillon

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbuːjɒn/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈbʊljɑn, ˈbu-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(bŏŏlyon, -yən; Fr. bo̅o̅ yôn)


  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bouillon n(meat broth) (μαγειρική)ζωμός κρέατος φρ ως ουσ αρσ
 (ζαργκόν: μαγειρική)μπουγιόν ουσ ουδ ακλ
 Bouillon is the base for a whole host of soups and sauces.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
beef bouillon,
also UK: beef tea
n
(thin soup made by boiling beef)ζωμός από μοσχαράκι περίφρ
 Beef bouillon is the base for lots of soup recipes.
bouillon cube n(meat or vegetable stock)κύβος λαχανικών φρ ως ουσ αρσ
  κύβος κρέατος φρ ως ουσ αρσ
Σχόλιο: Εναλλακτικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί οποιοδήποτε είδος κρέατος, πχ κύβος κοτόπουλο, κύβος βοδινού κλπ.
 As a substitute for chicken broth, dissolve chicken bouillon cubes in boiling water.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bouillon' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bouillon στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «bouillon».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!