• WordReference

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
butthead npejorative, vulgar, informal, US (stupid person) (αργκό, χυδαίο)παλιομαλάκας, χοντρομαλάκας, σκατομαλάκας ουσ αρσ
 (καθομιλουμένη, μειωτικό)χοντροκέφαλος ουσ αρσ
 (καθομιλουμένη, προσβλητικό)βλάκας ουσ αρσ
 Get out of the way, butthead!
 Κάνε στην άκρη, παλιομαλάκα!
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση butthead στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «butthead».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!