• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
by heart adv(from memory) (λέω)από μνήμης φρ επίρ
 (ξέρω)απ' έξω φρ ως επίρ
 I learnt the sonnet by heart.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
know [sth] by heart,
know [sth] off by heart
v expr
(have memorized)ξέρω απέξω έκφρ
  ξέρω απέξω και ανακατωτά έκφρ
  αποστηθίζω ρ μ
 The students had to know the poem by heart.
know [sth] by heart,
know [sth] off by heart
v expr
informal (be completely familiar with)ξέρω σαν την παλάμη του χεριού μου έκφρ
  ξέρω απέξω και ανακατωτά έκφρ
 I never get lost in this neighborhood; I know it by heart.
learn [sth] by heart v expr(memorize)αποστηθίζω, μαθαίνω απ'έξω, μαθαίνω παπαγαλία, παπαγαλίζω ρ μ
 When I was a child I learned my times-tables by heart.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'by heart' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση by heart στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «by heart».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!