capacity

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/kəˈpæsɪti/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/kəˈpæsɪti/ ,USA pronunciation: respelling(kə pasi tē)

Inflections of 'capacity' (n): npl: capacities
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
capacity n(limit: storing)χωρητικότητα ουσ θηλ
 The hard drive capacity of this computer is quite large.
 Η χωρητικότητα του σκληρού δίσκου αυτού του υπολογιστή είναι αρκετά μεγάλη.
capacity n(limit: persons)χωρητικότητα ουσ θηλ
 The capacity of this room is twenty-five people.
 Η χωρητικότητα αυτού του δωματίου είναι είκοσι πέντε άτομα.
capacity n(electricity: output)χωρητικότητα ουσ θηλ
 This battery has a capacity of 2000 mAh.
capacity n(person: ability)ικανότητα ουσ θηλ
 Sasha has the capacity to play that Liszt concerto.
 Η Σάσα έχει την ικανότητα να παίξει αυτό το κονσέρτο του Λιστ.
capacity n(thing: power)ισχύς ουσ θηλ
  δυνατότητες ουσ θηλ πλ
 The machine is operating at full capacity.
 Η μηχανή δουλεύει τώρα στη μέγιστη ισχύ της.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
capacity n(competence)ικανότητα ουσ θηλ
 Very elderly people sometimes do not have the capacity to make legal decisions themselves.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
carrying capacity n(vehicle: maximum passengers, goods)μεταφορική ικανότητα επίθ + ουσ θηλ
carrying capacity n(ecology: maximum population)χωρητικότητα βιοτόπου φρ ως ουσ θηλ
have the capacity for [sth] v expr(be capable of, be able to)έχω δυνατότητες/ικανότητες να έκφρ
 All men have the capacity for murder, in the right circumstances.
in your capacity as prep(in your given role)με την ιδιότητά σου ως έκφρ
passenger capacity n(maximum number of travellers on board)χωρητικότητα επιβατών ουσ θηλ
 The first Jumbo Jet had a passenger capacity of over 800.
storage capacity n(amount of room or space) (υπολογιστές)χωρητικότητα ουσ θηλ
Σχόλιο: Όταν δεν αναφέρεται σε υπολογιστές, δεν υπάρχει ενιαία απόδοση για κάθε περίπτωση, πχ «Το σπίτι αυτό έχει τρία γκαράζ. Αυτό θα πει αποθηκευτικός χώρος!»
 This house has 3 garages - imagine the storage capacity!
testing capacity n(number of tests that can be done)δυναμικότητα εξετάσεων φρ ως ουσ θηλ
  δυναμικότητα διενέργειας εξετάσεων φρ ως ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'capacity' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [two-liter, five-gallon] capacity, a capacity of [three] [liters], a [tank, barrel, drum] with a [50-gallon] capacity, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση capacity στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «capacity».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!