• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cardio,
cardio-
adj
prefix (of the heart)καρδιο- α' συνθετικό
Σχόλιο: Το καρδιο είναι το πρώτο συνθετικό λέξεων.
 Heart failure is a cardiopulmonary disease.
cardio ninformal (physical exercise)αερόβια άσκηση φρ ως ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)αερόβιο επίθ ως ουσ
 (επίσημο)αερόβιος άσκηση φρ ως ουσ θηλ
 To keep fit, Mark does 30 minutes of cardio every morning.
cardio ninformal (cardiologist)καρδιολόγος ουσ αρσ/θηλ
 My cardio recommended that I reduce my salt intake.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cardio στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «cardio».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!