• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: clawed, claw

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
clawed adj(having claws)με νύχια περίφρ
 Hedgehogs have clawed feet.
-clawed adj(with given type of claws)με ... νύχια περίφρ
Σχόλιο: Used in combination
 The sharp-clawed armadillo was digging for insects.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
claw nusually plural (mammal, etc.: nail)νύχι ουσ ουδ
 Tigers are known for their sharp claws.
 Οι τίγρεις είναι γνωστές για τα κοφτερά τους νύχια.
claw nusually plural (bird: talon)νύχι ουσ ουδ
 The hawk grasped the field mouse with its claws.
 Το γεράκι έπιασε το ποντίκι του αγρού με τα νύχια του.
claw nusually plural (lobster, crab: pincer)δαγκάνα ουσ θηλ
 Don't touch the crab, it might pinch you with its claws!
 Μην αγγίζεις τον κάβουρα, μπορεί να σε τσιμπήσει με τις δαγκάνες του!
claw [sb] vtr(animal: dig, scratch at)γρατζουνάω, γρατζουνώ ρ μ
 (καθομιλουμένη)νυχιάζω ρ μ
 My cat clawed me while I was playing with him.
 Ο γάτος μου με γρατζούνησε όταν έπαιζα μαζί του.
claw [sth] vtr(animal: dig, scratch at)γρατζουνάω, γρατζουνώ ρ μ
 (καθομιλουμένη)νυχιάζω ρ μ
  σκαλίζω ρ μ
 Cats sometimes claw the furniture.
 Οι γάτες μερικές φορές γρατζουνάνε τα έπιπλα.
claw at [sth] vi + prep(animal: dig, scratch)γρατζουνάω, γρατζουνώ ρ μ
 (καθομιλουμένη)νυχιάζω ρ μ
  σκαλίζω ρ μ
 The fox clawed at the dirt at the entrance to the rabbit's nest.
 Η αλεπού σκάλισε το χώμα στην είσοδο της φωλιάς του λαγού.
claw at [sb] vi + prep(animal: dig, scratch) (κάποιον)γρατζουνάω, γρατζουνώ ρ μ
 (καθομιλουμένη)νυχιάζω ρ μ
 The feisty baby panda clawed at his keeper.
 Το επιθετικό μικρό πάντα νύχιασε τον φροντιστή του.
claw at [sth/sb] vi + prepfigurative (person: grasp, clutch)αρπάζω ρ μ
 The climber clawed desperately at the slippery rope.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
claw n(hooked end of a hammer) (σε διχαλωτό σφυρί)διχάλα ουσ θηλ
 Use the claw of the hammer to remove nails.
 Χρησιμοποίησε τη διχάλα του σφυριού για να βγάλεις τα καρφιά.
claw,
claw tool
n
(hooked tool)σφυρί με δίχαλο φρ ως ουσ ουδ
  σφυρί προκοβγάλτης φρ ως ουσ ουδ
 The firefighter used a claw to break into the building.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
claw [sth] back vtr phrasal sepfigurative (recover: financial loss)ανακτώ ρ μ
claw [sth] back vtr phrasal sepfigurative (recover: [sth] lost)επαναποκτώ ρ μ
 Considering its dismal sales figures and recent bankruptcy, General Motors will have to claw its way back to viability.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
claw | clawed
ΑγγλικάΕλληνικά
bear claw (cuisine)γλύκισμα από ζύμη που το σχήμα του μοιάζει με πόδι αρκούδας
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
claw hammer n(hammer that can remove nails)σφυρί ουσ ουδ
  σαμούτσα ουσ θηλ
claw hammer ninformal (claw-hammer coat: dress coat)φράκο ουσ ουδ
dress coat,
claw-hammer coat
n
(men's formal evening coat)φράκο ουσ ουδ
lobster claw n(crustacean's pincer)δαγκάνα ουσ θηλ
  δαγκάνα αστακού περίφρ
lobster claw nfigurative (clasp) (μεταφορικά: κούμπωμα)καβουράκι ουσ ουδ
 The lobster claw clasp was more secure than the hook and loop.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση clawed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «clawed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!