collaborationist

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/kəˌlæbəˈreɪʃənɪst/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(kə lab′ə rāshə nist)

  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
collaborationist n([sb] who cooperates with enemy)προδότης, ποδότρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 (ειδικά για εχθρούς χώρας)δωσίλογος ουσ αρσ/θηλ
collaborationist adj(cooperating with enemy)προδοτικός επίθ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση collaborationist στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «collaborationist».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!