colonialism

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/kəˈləʊniəlɪzəm/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/kəˈloʊniəˌlɪzəm/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(kə lōnē ə liz′əm)


  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
colonialism n(control of another country)αποικιοκρατία ουσ θηλ
 Britain's age of colonialism ended in the mid-20th century.
 Η εποχή της βρετανικής αποικιοκρατίας τελείωσε στα μέσα του 20ου αιώνα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
neocolonialism,
neo-colonialism
n
(dominance of powerful nations over weaker ones by economic and cultural means)νεοαποικισμός ουσ αρσ
  νεοαποικιοκρατία ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'colonialism' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση colonialism στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «colonialism».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!