comer

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkʌmər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈkʌmɚ/ ,USA pronunciation: respelling(kumər)

  • WordReference
  • Definition
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
comer nUS, informal ([sb] starting out) (μεταφορικά)νέος, καινούριος ουσ αρσ
 Every comer to the sport has difficulty learning the basics.
 Κάθε νέος στο άθλημα δυσκολεύεται να μάθει τα βασικά.
comer nUS, informal ([sb] promising)πολλά υποσχόμενος, πολλά υποσχόμενη φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
  ανερχόμενος μτχ πρκ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: is a real up-and-comer, [welcome, take on] all comers, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση comer στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «comer».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!