• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: commandeering, commandeer

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
commandeering n(taking control of [sth])επίταξη ουσ θηλ
  κατάληψη ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
commandeer [sth] vtr(property: seize for military use)επιτάσσω ιδιοκτησία για στρατιωτικούς σκοπούς ρ μ
 The soldiers stopped the vehicle and commandeered it, stranding the driver in a rural area.
commandeer [sb] vtr(force [sb] into action)επιτάσσω ρ μ
 Many young men were commandeered into military service during the draft.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση commandeering στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «commandeering».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!