commercialism

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/kəˈmɜːrʃəlɪzəm/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/kəˈmɝʃəˌlɪzəm/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(kə mûrshə liz′əm)


  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
commercialism n(spending and making money)εμπορευματοποίηση, εμποροκρατία ουσ θηλ
  εμπορικό πνεύμα φρ ως ουσ ουδ
 (αρνητική έννοια)κερδοσκοπική νοοτροπία φρ ως ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'commercialism' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση commercialism στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «commercialism».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!