commonality

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌkɒməˈnælɪtɪ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(kom′ə nali tē)

Inflections of 'commonality' (n): npl: commonalities
  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
commonality n(fact of being shared)ομοιότητα ουσ θηλ
  ύπαρξη κοινών χαρακτηριστικών περίφρ
 The commonality of our interests makes us well suited to work together.
commonality n(shared feature)κοινό στοιχείο, κοινό χαρακτηριστικό επίθ + ουσ ουδ
  κοινό επίθ ως ουσ ουδ
 There are many commonalities between the two organizations.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
the commonality npl(commonalty: the common people)ο απλός λαός φρ ως ουσ αρσ
 (μειωτικό)το πόπολο άρθ ορ + ουσ ουδ άκλ
  ο λαουτζίκος άρθ ορ + ουσ αρσ
 Historically, nobles have looked down on the commonality.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'commonality' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση commonality στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «commonality».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!