| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| conniver n | (conspirer or schemer) | μηχανορράφος, δολοπλόκος ουσ αρσ/θηλ |
| | | συνομώτης, σκευωρός ουσ αρσ |
| | | συνομώτρια ουσ θηλ |
Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "conniver" στο Greek φόρουμ.Conniver - English Only forum
- Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «conniver».
Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά