Listen:
Inflections of 'continue ' (v ): (⇒ conjugate )continues v 3rd person singular continuing v pres p continued v past continued v past p
Κύριες μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
continue [sth] ⇒ vtr (not stop) (χωρίς διακοπή ) συνεχίζω ρ μ He continued his work without stopping for lunch. Συνέχισε τη δουλειά του χωρίς να σταματήσει για μεσημεριανό. continue [sth] vtr (resume) (μετά από διακοπή ) συνεχίζω ρ μ Are they going to continue the project, or is it permanently suspended? Θα συνεχίσουν με αυτό το έργο ή έχει ανασταλεί επ’ αόριστον; continue to do [sth] , continue doing [sth] v expr (carry on) συνεχίζω να κάνω κτ ρ μ + μόριο εξακολουθώ να κάνω κτ ρ μ + μόριο After retirement, Jane continued to work as a supply teacher. continue ⇒ vi (not stop) συνεχίζω ρ αμ He continued without stopping for lunch. continue vi (resume) συνεχίζομαι ρ αμ The project is suspended for now, but will continue after the holidays.
Επιπλέον μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
continue [sth] ⇒ vtr (extend) συνεχίζω, παρατείνω ρ μ (σε κάτι ) δίνω παράταση περίφρ I wonder if they will continue the programme for another year. Αναρωτιέμαι αν θα συνεχίσουν (or: παρατείνουν) το πρόγραμμα για ένα ακόμη έτος. Αναρωτιέμαι αν θα δώσουν παράταση στο πρόγραμμα για ένα ακόμη έτος. continue [sth] vtr (legal proceeding) αναβάλλω ρ μ παίρνω αναβολή περίφρ μεταθέτω ρ μ The lawyer sought to continue the case, but the judge would not grant his request. Η δικηγόρος ζήτησε να αναβάλει την υπόθεση, αλλά η δικαστής δε δέχτηκε το αίτημά της. Η δικηγόρος ζήτησε να πάρει αναβολή για την υπόθεση, αλλά η δικαστής δε δέχτηκε το αίτημά της. Η δικηγόρος ζήτησε να μεταθέσει την υπόθεση, αλλά η δικαστής δε δέχτηκε το αίτημά της.
Ο όρος 'continue ' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: