|
|
Listen:
Inflections of 'contrary' (n): npl: contraries
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | contrary adj | (opposite) | αντίθετος επίθ | | | | αντιδιαμετρικός επίθ | | | The two men always seem to have contrary opinions. | | | Οι δυο άνδρες πάντα φαίνεται να έχουν αντίθετες απόψεις. | | contrary to [sth] prep | (in opposition to) | σε αντίθεση με περίφρ | | | | αντίθετα με περίφρ | | | | παρά | | | Contrary to his expectations, thousands of people were at the airport to welcome him. | | | Σε αντίθεση με αυτό που περίμενε, χιλιάδες άνθρωποι πήγαν στο αεροδρόμιο να τον καλωσορίσουν. | | contrary to [sth] prep | (in conflict with) (είμαι) | αντίθετος με κτ επίθ | | | (έρχομαι) | σε αντίθεση με κτ περίφρ | | | She left the job because the company's policy on animal testing ran contrary to her beliefs. | | | Άφησε τη δουλειά της γιατί η πολιτική της εταιρείας για τα πειράματα στα ζώα ήταν αντίθετη με τα πιστεύω της. | | the contrary n | (opposite) | το αντίθετο φρ ως ουσ ουδ | | | Some believe that scientific explanations destroy our appreciation of nature, but I have found the contrary to be true. | | | Ορισμένοι πιστεύουν πως οι επιστημονικές εξηγήσεις μας αποτρέπουν από το να απολαμβάνουμε τη φύση, αλλά εγώ θεωρώ πως ισχύει το αντίθετο. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | contrary adj | (willful, obstinate) | δύσκολος επίθ | | | | αντιδραστικός επίθ | | | Josie was a contrary child, and she was prone to tantrums. |
Ο όρος 'contrary' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|