• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
controversially adv(in a disputed or polemical way)κατά τρόπο αμφιλεγόμενο φρ ως επίρ
  με αμφιλεγόμενο τρόπο φρ ως επίρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Η πρόταση για παράδειγμα αποδίδεται ως «Το υπερβολικά κοντό μήκος της φούστας του μοντέλου ήταν αμφιλεγόμενο.»
 The model's skirt was controversially cut very high.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση controversially στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «controversially».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!