• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: corrected, correct

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
corrected adj(having had errors fixed)διορθωμένος μτχ πρκ
 The teacher told her student to copy out the corrected version of the sentence.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
correct adj(accurate)σωστός, ορθός επίθ
 The student gave the correct answer.
 Ο μαθητής έδωσε τη σωστή (or: ορθή) απάντηση.
correct adj(person: what they said is true)που έχει δίκιο περίφρ
 Yes, Maya, you're correct; they do indeed drive on the left in Thailand.
 Ναι, Μάγια, έχεις δίκιο. Όντως οδηγούν αριστερά στην Ταϊλάνδη.
correct adj(appropriate) (κατάλληλος)σωστός επίθ
  σωστό ουσ ουδ
 Yes, I think he did the correct thing by calling her.
 Ναι, πιστεύω ότι ήταν σωστή ενέργεια το να την πάρει τηλέφωνο.
 Ναι, πιστεύω ότι έκανε το σωστό που την πήρε τηλέφωνο.
correct [sth] vtr(teacher: mark, grade)διορθώνω ρ μ
 The teacher needs to correct the papers by Friday.
 Ο δάσκαλος πρέπει να διορθώσει τα γραπτά μέχρι την Παρασκευή.
correct [sth] vtr(set right)διορθώνω ρ μ
 He corrected the drawing before his boss saw it.
 Διόρθωσε το σχέδιο πριν το δει το αφεντικό του.
correct [sb],
correct [sb] for [sth]
vtr
dated (punish)τιμωρώ ρ μ
 Mrs. Reed frequently had to correct Jane for her bad behaviour.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
corrected | correct
ΑγγλικάΕλληνικά
I stand corrected expr(admit your mistaken idea)έκανα λάθος έκφρ
 You were right, the Civil War ended in 1865. I stand corrected.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'corrected' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση corrected στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «corrected».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!