• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cough up vi phrasalfigurative, slang (pay debt) (μεταφορικά, αργκό)τα σκάω, τα ακουμπάω, τα στάζω έκφρ
 We had a bet and you lost - so cough up!
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ήρθε η δόση της κάρτας σήμερα, θα τα στάξω πάλι, γαμώτο!
cough [sth] up,
cough up [sth]
vtr phrasal sep
figurative, slang (pay: debt) (μεταφορικά)τα σκάω, τα ακουμπάω, τα στάζω έκφρ
 Stan finally coughed up the money he owed us.
cough [sth] up vtr phrasal sep(expel from throat) (κυριολεκτικά)βγάζω κτ βήχοντας έκφρ
 (επίσημο: πνιγμονή)αποβάλλω κτ βήχοντας έκφρ
 She coughed up the fish bone which she had swallowed by accident.
 Έβγαλε βήχοντας το ψαροκόκκαλο που είχε καταπιεί κατά λάθος.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'cough up' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cough up στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «cough up».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!