| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| credentials npl | (evidence of identity) | χαρτιά ουσ ουδ πλ |
| | Attendees must show their credentials at the entrance to the conference. |
| credential n | often plural (document: certificate) | διαπιστευτήρια, πιστοποιητικά ουσ ουδ πλ |
| | (καθομιλουμένη) | χαρτιά ουσ ουδ πλ |
| | Your diploma is a valuable credential in today's job market. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Έχετε φέρει τα απαραίτητα πιστοποιητικά για την εγγραφή σας στο μητρώο ανέργων; |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Έχετε φέρει τα απαραίτητα χαρτιά για την εγγραφή σας στο μητρώο ανέργων; |
| credentials npl | (qualifications, entitlement) | προσόντα ουσ ουδ πλ |
| | (καθομιλουμένη: συχνά με άρνηση) | φόντα ουσ ουδ πλ |
| | You don't really have the right credentials for the post, I'm afraid. |
| | Δεν έχεις τα σωστά προσόντα για τη θέση, φοβάμαι. |
| | Δεν έχεις τα φόντα για τη θέση, φοβάμαι. |