crippling

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkrɪplɪŋ/US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈkrɪplɪŋ/

From the verb cripple: (⇒ conjugate)
crippling is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: crippling, cripple

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
crippling adj(disabling) (ατύχημα)που σε αφήνει ανάπηρο περίφρ
 Multiple sclerosis is a crippling disease.
crippling nfigurative (damaging severely)που αποτελεί καίριο πλήγμα περίφρ
 (μτφ: την οικονομία)που παραλύει περίφρ
 The crippling of the economy had far-reaching effects in society.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cripple [sb] vtr(person: physically)αφήνω ανάπηρο περίφρ
 (καθομιλουμένη)σακατεύω ρ μ
 (εγώ ο ίδιος)μένω ανάπηρος ρ έκφρ
 (καθομιλουμένη)σακατεύομαι ρ αμ
 The gunshot crippled Ben, who never walked again.
 Ο πυροβολισμός άφησε ανάπηρο τον Μπεν, ο οποίος δεν ξαναπερπάτησε ποτέ.
cripple [sth] vtrfigurative (machine, process) (μεταφορικά: πχ τις συγκοινωνίες)παραλύω ρ μ
 (πχ οχήματα)ακινητοποιώ ρ μ
 High water crippled the trucks trying to bring supplies.
 Η υψηλή στάθμη του νερού ακινητοποίησε τα φορτηγά που προσπαθούσαν να φέρουν εφόδια.
cripple [sth] vtrfigurative (plan, efforts) (μτφ: συνήθως παθητική)παραλύω ρ μ
  πλήττω ρ μ
 The town was badly crippled when the factory closed down.
 Η πόλη επλήγη άσχημα όταν έκλεισε το εργοστάσιο.
cripple ndated, pejorative (lame or handicapped person) (μειωτικό)σακάτης, σακάτισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
 Zack's twisted legs made it hard to walk, and the children called him 'cripple.'
 Με τα στραβά πόδια του ο Ζακ δυσκολευόταν να περπατήσει και τα παιδιά τον φώναζαν «σακάτη».
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
crippling | cripple
ΑγγλικάΕλληνικά
crippling debt nfigurative (owing too much money)υπέρογκο χρέος επίθ + ουσ ουδ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση crippling στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «crippling».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!