|
|
Listen:
- From the verb cripple: (⇒ conjugate)
- crippling is: ⓘClick the infinitive to see all available inflections
- v pres p
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | crippling adj | (disabling) (ατύχημα) | που σε αφήνει ανάπηρο περίφρ | | | Multiple sclerosis is a crippling disease. | | crippling n | figurative (damaging severely) | που αποτελεί καίριο πλήγμα περίφρ | | | (μτφ: την οικονομία) | που παραλύει περίφρ | | | The crippling of the economy had far-reaching effects in society. |
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | cripple [sb]⇒ vtr | (person: physically) | αφήνω ανάπηρο περίφρ | | | (καθομιλουμένη) | σακατεύω ρ μ | | | (εγώ ο ίδιος) | μένω ανάπηρος ρ έκφρ | | | (καθομιλουμένη) | σακατεύομαι ρ αμ | | | The gunshot crippled Ben, who never walked again. | | | Ο πυροβολισμός άφησε ανάπηρο τον Μπεν, ο οποίος δεν ξαναπερπάτησε ποτέ. | | cripple [sth]⇒ vtr | figurative (machine, process) (μεταφορικά: πχ τις συγκοινωνίες) | παραλύω ρ μ | | | (πχ οχήματα) | ακινητοποιώ ρ μ | | | High water crippled the trucks trying to bring supplies. | | | Η υψηλή στάθμη του νερού ακινητοποίησε τα φορτηγά που προσπαθούσαν να φέρουν εφόδια. | | cripple [sth] vtr | figurative (plan, efforts) (μτφ: συνήθως παθητική) | παραλύω ρ μ | | | | πλήττω ρ μ | | | The town was badly crippled when the factory closed down. | | | Η πόλη επλήγη άσχημα όταν έκλεισε το εργοστάσιο. | | cripple n | dated, pejorative (lame or handicapped person) (μειωτικό) | σακάτης, σακάτισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ | | | Zack's twisted legs made it hard to walk, and the children called him 'cripple.' | | | Με τα στραβά πόδια του ο Ζακ δυσκολευόταν να περπατήσει και τα παιδιά τον φώναζαν «σακάτη». |
|
|