• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: curated, curate

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
curated adj(selected)επιλεγμένος επίθ
  προσεκτικά επιλεγμένος φρ ως επίθ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
curate n(church: assistant cleric)υπεφημέριος ουσ αρσ
 The curate is not in his office today.
curate [sth] vtr(be curator of: museum, etc.) (σε κάτι)εφορεύω ρ αμ
  είμαι έφορος περίφρ
 Winston curates the medieval art collection at the city art museum.
curate [sth] vtr(select and present information)επιλέγω ρ μ
  συγκεντρώνω ρ μ
  επιμελούμαι ρ αμ
  ετοιμάζω ρ μ
 This app curates content from many different news sources.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση curated στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «curated».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!