• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
curb (US),
kerb (UK)
n
(edge of sidewalk)κράσπεδο ουσ ουδ
 Juanita stepped off the curb into the street.
 Η Χουανίτα κατέβηκε απ' το κράσπεδο στον δρόμο.
curb,
curb on [sth]
n
often plural (restriction)όριο ουσ ουδ
 (με γενική)περιορισμός ουσ αρσ
 The government put a curb on how much bankers can receive in bonuses.
curb [sth] vtr(limit, restrict)περιορίζω, ελέγχω ρ μ
 (μτφ: κυρίως για συναίσθημα)χαλιναγωγώ ρ μ
 (μεταφορικά, λόγιος)κάμπτω ρ μ
 The nation's new economic policy is supposed to curb inflation.
 Η νέα οικονομική πολιτική της χώρας υποτίθεται θα περιορίσει (or: ελέγξει) τον πληθωρισμό.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
curb (US),
kerb (UK)
n
(motor racing: edge of track)κράσπεδο ουσ ουδ
 Running over a curb at high speed can damage a car's chassis.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
curb appeal ninformal (house: attractiveness)ελκυστικότητα ουσ θηλ
 (κατά λέξη)ελκυστικότητα σπιτιού περίφρ
curb weight (total vehicle weight)βάρος κενού οχήματος φρ ως ουσ ουδ
  απόβαρο ουσ ουδ
curb-to-curb time n(air travel time)συνολική διάρκεια ταξιδιού περίφρ
 When I went to England from Colorado, my curb-to-curb time was almost 24 hours.
put a curb on [sth] v expr(restrict [sth](μεταφορικά)συγκρατώ ρ μ
  χαλιναγωγώ, ανακόπτω, δαμάζω ρ μ
rubber curb n(edging used around playground surface) (σε παιδότοπους, πάρκα)λαστιχένιο κράσπεδο επίθ + ουσ ουδ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση curbed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «curbed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!