• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: dawdling, dawdle

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dawdling n(procrastination)το να χρονοτριβώ περίφρ
  καθυστέρηση ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dawdle vi(move without haste)περπατάω αργά, πηγαίνω αργά ρ αμ + επίρ
  κινούμαι αργά ρ αμ + επίρ
  δεν βιάζομαι περίφρ
  χασομερώ ρ αμ
Σχόλιο: Η επιλογή γίνεται κατά περίπτωση ανάλογα με τα συμφραζόμενα.
 Victor is nearly always late because he dawdles so much.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dawdling στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «dawdling».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!