| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| dazzler n | ([sb] who or [sth] that dazzles) (λόγιο) | χάρμα ουσ ουδ άκλ |
| | (μεταφορικά: κυρίως για γυναίκα) | χάρμα οφθαλμών έκφρ |
| | (μεταφορικά: για κάτι αριστουργηματικό) | διαμαντάκι ουσ ουδ |
| | (με ελκυστική εξωτερική εμφάνιση) | γόης, γόησσα ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το νησί όπου περάσαμε τις διακοπές μας ήταν χάρμα. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Είναι χάρμα οφθαλμών. Όλοι οι άντρες γυρνούν να την κοιτάξουν. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αυτά τα δύο διαμαντάκια είναι οικογενειακά κειμήλια. |
Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "dazzler" στο Greek φόρουμ.bobby dazzler - English Only forum
dazzler - English Only forum
- Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «dazzler».
Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά