deceit

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/dɪˈsiːt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/dɪˈsit/ ,USA pronunciation: respelling(di sēt)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
deceit ninvariable (deception)δόλος ουσ αρσ
  απάτη ουσ θηλ
 (πιο ήπιο)ψέμα ουσ ουδ
 There is too much deceit in this world.
 Υπάρχει πολύς δόλος σ' αυτό τον κόσμο.
 Υπάρχει πολύ ψέμα σ' αυτό τον κόσμο.
deceit n(act of deceiving [sb])απάτη ουσ θηλ
  εξαπάτηση ουσ θηλ
 (πιο ήπιο)ψέμα ουσ ουδ
 Agatha felt guilty for not telling her husband the truth about where she had been, but it was only a minor deceit.
 Η Αγκάθα ένιωσε ένοχη που δεν είπε στο σύζυγό της την αλήθεια για το που βρισκόταν, ήταν όμως μόνο ένα μικρό ψέμα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'deceit' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: used deceit to [get, gain, convince, persuade, win], used deceit in [getting], (try to) gain [the upper hand, an advantage] through deceit, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση deceit στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «deceit».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!