• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
decree n(official order)διάταγμα ουσ ουδ
 (δικαστήριο)απόφαση ουσ θηλ
 The judge issued a decree forbidding the defendant from leaving the state.
decree [sth] vtr(order officially)ορίζω με διάταγμα περίφρ
  διατάζω ρ μ
 The president decreed an amnesty.
decree that vtr(with clause: order officially) (ότι/πως)ορίζω με διάταγμα περίφρ
 (να γίνει κάτι)βγάζω διαταγή περίφρ
  διατάζω ρ μ
 The king decreed that every maiden in the kingdom had to try on the glass slipper.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
consent decree n(type of court order) (δικαστήριο)συναινετική απόφαση επίθ + ουσ θηλ
decree absolute nUK (law: certificate granting a divorce) (έγγραφο)διαζύγιο ουσ ουδ
  διαζευκτήριο ουσ ουδ
 Only a month after receiving his decree absolute, he remarried.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση decreed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «decreed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!