• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
decubitus n(medicine: lying-down posture)κατάκλιση ουσ θηλ
decubitus n as adj(medicine: relating to a decubitus) (π.χ. θέση κατάκλισης)κατάκλισης ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bedsore,
bed sore,
pressure sore,
pressure ulcer
n
(bedridden person's pressure sore)έλκος κατακλίσεως, έλκος κατάκλισης φρ ως ουσ ουδ
 (καθομιλουμένη)κατακλίσεις ουσ θηλ πλ
 (ανεπίσημο, μεταφορικά)άνοιγμα ουσ ουδ
 The nurses turned the patient daily to prevent him getting bed sores.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'decubitus' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση decubitus στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «decubitus».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!