deferred

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/dɪˈfɜːd/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(di fûrd)

From the verb defer: (⇒ conjugate)
deferred is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: deferred, defer

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
deferred adj(postponed) (επίσημο)αναβληθείς μτχ αορ
  που αναβλήθηκε περίφρ
Σχόλιο: ο αναβληθείς, η αναβληθείσα, το αναβληθέν
 The deferred meeting will now take place on Thursday.
 Η αναβληθείσα συνάντηση θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
defer [sth] vtr(postpone)αναβάλλω ρ μ
  μεταθέτω ρ μ
 We're deferring the meeting until Thursday.
 Αναβάλλουμε τη συνάντηση για την Πέμπτη.
 Μεταθέτουμε τη συνάντηση για την Πέμπτη.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
defer [sb] vtrUS, usually passive (draftee: delay military service) (από το στρατό)δίνω αναβολή σε κπ περίφρ
 (εγώ ο ίδιος)παίρνω αναβολή περίφρ
 Mark was deferred because he was in college.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
defer to [sb/sth] vtr phrasal insep(concede to authority, etc.) (κάτι)αποδέχομαι ρ μ
 (με κάτι)συμμορφώνομαι ρ μ
 (σε κάτι)υποκύπτω ρ μ
 Rachel's boss didn't agree with her idea so, as he had more experience, she deferred to his judgement.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
deferred | defer
ΑγγλικάΕλληνικά
deferred income n(accounting: advance payments)προεισπραγμένα έσοδα περίφρ
 (επίσημο)προεισπραχθέν έσοδο, προεισπραττόμενο εισόδημα περίφρ
 (οικονομία, λογιστική)έσοδα επόμενων χρήσεων περίφρ
deferred payment n(debt to be repaid later)αναβολή πληρωμής, αναστολή πληρωμής φρ ως ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'deferred' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: deferred acceptance to [the university, college], [was offered, took up] a deferred place (at), settled for a deferred judgment, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση deferred στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «deferred».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!