• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: deflated, deflate

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
deflated adj(having no air)ξεφούσκωτος επίθ
 A deflated football won't bounce.
deflated adjfigurative (dejected, not hopeful)απογοητευμένος μτχ πρκ
 (μεταφορικά)με κομμένα τα φτερά έκφρ
 James felt deflated when Lena turned down his invitation to the prom.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
deflate vi(become deflated)ξεφουσκώνω ρ αμ
 (μεταφορικά)αδειάζω ρ αμ
 The balloons slowly deflated.
deflate [sth] vtr(let air out of)ξεφουσκώνω ρ μ
 (μεταφορικά)αδειάζω ρ μ
 Try to deflate the balloon without making any noise.
deflate [sb] vtrfigurative, often passive (dishearten)αποκαρδιώνω, αποθαρρύνω ρ μ
 Robbie was deflated by his bad grade on the exam.
deflate [sth] vtrfigurative (economy: lower prices) (αδόκιμο)αποπληθωρίζω ρ μ
 (τιμή)αποπληθωρισμένος μτχ πρκ
 The huge economic changes suddenly deflated gas prices.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'deflated' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση deflated στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «deflated».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!