delighted

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/dɪˈlaɪtɪd/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(di lītid)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: delighted, delight

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
delighted adj(happy)χαίρομαι, ενθουσιάζομαι ρ αμ
  πολύ χαρούμενος, πολύ ευτυχισμένος περίφρ
 (πιο έντονα συναισθήματα)ενθουσιασμένος μτχ πρκ
 (λόγιος)πανευτυχής, περιχαρής επίθ
 Edward was delighted to see his old friend.
 I am absolutely delighted with the present you gave me.
 Ο Έντουαρντ χάρηκε πολύ που είδε τον παλιό του φίλο.
 Είμαι ενθουσιασμένος με το δώρο που μου πήρες.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
delight n(pleasure, joy)χαρά ουσ θηλ
  απόλαυση, ευχαρίστηση, ικανοποίηση ουσ θηλ
 Sarah's delight at seeing her old friend was obvious from the big smile on her face.
 Η χαρά της Σάρα βλέποντας τον παλιό της φίλο φαινόταν από το πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπό της.
a delight n(cause of pleasure, joy)απόλαυση ουσ θηλ
 (εμφατικός τύπος)σκέτη απόλαυση φρ ως ουσ θηλ
 Your children are so well behaved; they're a delight!
 Τα παιδιά σου έχουν τόσο καλή συμπεριφορά, είναι σκέτη απόλαυση.
delight [sb] vtr(make happy)χαροποιώ, ευχαριστώ, ικανοποιώ ρ μ
  κάνω χαρούμενο περίφρ
 The birthday presents Mary received certainly appeared to delight her.
 Τα δώρα γενεθλίων που πήρε η Μαίρη, σίγουρα φάνηκε να την ευχαριστούν.
delight in [sth] vi + prep(enjoy)απολαμβάνω, ευχαριστιέμαι ρ μ
  χαίρομαι με κτ, ευχαριστιέμαι με κτ, ικανοποιούμαι με κτ ρ αμ + πρόθ
  παίρνω χαρά από κτ περίφρ
 Stefan delights in simple pleasures since his heart attack.
 Ο Στέφαν απολαμβάνει τις απλές χαρές από τότε που έπαθε καρδιακή προσβολή.
delight in doing [sth] v expr(enjoy doing)χαίρομαι να κάνω κτ περίφρ
  απολαμβάνω να κάνω κτ περίφρ
 The children delight in tormenting their babysitter.
 Τα παιδιά χαίρονται να βασανίζουν την μπέιμπι-σίτερ τους.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
delight | delighted
ΑγγλικάΕλληνικά
squeal with delight,
squeal with joy
v expr
(shriek happily)τσιρίζω από τη χαρά μου έκφρ
 Wendy squealed with delight when she saw Dan.
take delight in [sth] v expr(enjoy)απολαμβάνω, χαίρομαι, ευχαριστιέμαι ρ μ
 They took great delight in the beautiful sunset.
take delight in doing [sth] v expr(enjoy doing [sth])απολαμβάνω να κάνω κτ περίφρ
  χαίρομαι να κάνω κτ περίφρ
  μου δίνει χαρά να κάνω κτ περίφρ
  ευχαριστιέμαι να κάνω κτ περίφρ
Turkish delight n(confectionery)λουκούμι, λουκουμάκι ουσ ουδ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'delighted' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: was delighted with his [son, performance], am (so) delighted for you, am delighted [about, over], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση delighted στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «delighted».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!