delusion

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/dɪˈluːʒən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/dɪˈluʒən/ ,USA pronunciation: respelling(di lo̅o̅zhən)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
delusion n(mistaken idea)αυταπάτη ουσ θηλ
  ψευδαίσθηση ουσ θηλ
 Charlie's belief that Emily will marry him is just a delusion.
 Η πεποίθηση του Τσάρλυ πως η Έμιλυ θα τον παντρευτεί δεν είναι παρά μια αυταπάτη.
delusion n(hallucination)ψευδαίσθηση ουσ θηλ
 It is impossible for a figure to be standing in the middle of the room; it must be a delusion.
 Είναι απίθανο να στέκεται μια μορφή στη μέση του δωματίου· θα πρέπει να είναι ψευδαίσθηση.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
self-delusion n(believing [sth] false)αυταπάτη ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'delusion' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is suffering from [severe, grave] delusions, suffers from self-delusion, mental [symptoms, disorders] including delusions, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση delusion στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «delusion».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!